Μετάφραση του "jet" σε Ελληνικά
Οι τζετ, αεριωθούμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jet" σε Ελληνικά.
jet
Clase de avión que utiliza motores a reacción en lugar de hélices.
-
τζετ
noun neuterClase de avión que utiliza motores a reacción en lugar de hélices.
Tendría, como, un jet privado o algo por el estilo.
Θα είχα για παράδειγμα ένα ιδιωτικό τζετ ή κάτι τέλος πάντων.
-
αεριωθούμενο
noun neuterClase de avión que utiliza motores a reacción en lugar de hélices.
Escuché que tienen un jet sobre el Atlántico Norte.
Μαθαίνω ότι έχετε ένα αεριωθούμενο σκάφος πάνω από το βόρειο Ατλαντικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " jet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "jet"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη