Μετάφραση του "lar" σε Ελληνικά
Το εστία είναι η μετάφραση του "lar" σε Ελληνικά.
lar
noun
masculine
γραμματική
-
εστία
ουσιαστικό θηλυκό1. τόπος όπου γεννήθηκε και καλλιεργήθηκε κάτι 2. χτιστή κατασκευή στο εσωτερικό κατοικίας για το άναμμα φωτιάς, που συνδέεται με αγωγό για την έξοδο του καπνού
Laín y yo permanecíamos en la casa, junto al lar.
Ο Laín και εγώ μέναμε στο σπίτι, δίπλα στην εστία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη