Μετάφραση του "laurel" σε Ελληνικά

Οι δάφνη, απονεμόμενη διάκριση, απονεμόμενο βραβείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "laurel" σε Ελληνικά.

laurel noun masculine γραμματική

Especie distribuida en forma de hojas de varias de las plantas de la familia de las lauráceas. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δάφνη

    noun feminine

    Dan " se extendía como laurel verde ".

    Ο Νταν ευδοκιμεί " ως η χλωρά δάφνη ".

  • απονεμόμενη διάκριση

    noun
  • απονεμόμενο βραβείο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " laurel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "laurel"

Φράσεις παρόμοιες με "laurel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "laurel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη