Μετάφραση του "lecho" σε Ελληνικά

Οι κρεβάτι, κοίτη, στρώμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lecho" σε Ελληνικά.

lecho noun verb masculine γραμματική

le he hecho [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεβάτι

    noun neuter

    έπιπλο

    Si llama eso una mitad, odiaría ser su esposa y compartir esa mitad en su lecho.

    Αν το αποκαλεί αυτό μισό, θα μισούσα να είμαι η γυναίκα του και να μοιράζομαι το ίδιο κρεβάτι.

  • κοίτη

    noun feminine

    Tú sigue el lecho del río, eso te llevará a la frontera.

    Ακολούθα την κοίτη, και θα σε πάρει στα σύνορα.

  • στρώμα

    noun neuter

    επίπεδη, (λεπτότερη ή παχύτερη) επιφάνεια, συνήθ. εκτεταμένη, που σχηματίζεται από ένα ενιαίο υλικό και που βρίσκεται επάνω ή κάτω από μιαν άλλη επιφάνεια

    Cuando las aguas alcanzan un lecho más resistente de caliza su curso se altera.

    Όταν το νερό φτάνει στα ανθεκτικότερα στρώματα του ασβεστόλιθου τα πράγματα αλλάζουν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλίνη
    • υπόστρωμα
    • υπόβαθρο
    • υπέρεισμα
    • ευνή
    • απόβλητα
    • γούβα
    • βαθούλωμα
    • κοίτη ποταμού
    • νεογνά
    • υπολείμματα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lecho " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lecho" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lecho" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη