Μετάφραση του "lema" σε Ελληνικά

Οι λήμμα, σύνθημα, ρητό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lema" σε Ελληνικά.

lema noun masculine γραμματική

Forma canónica de un término, particularmente en el contexto de idiomas con muchas inflexiones. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λήμμα

    noun feminine
  • σύνθημα

    noun neuter

    El lema parece ser en este caso que la mejor política es la que no se adopta.

    Eδώ το σύνθημα φαίνεται να είναι ότι πολιτική κάνει κανείς καλύτερα, με το να μην κάνει πολιτική.

  • ρητό

    neuter

    frase que expresa la motivación, intención, ideal

    Eso no es un lema.

    Αυτό δεν είναι ρητό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σλόγκαν
    • απόφθεγμα
    • διαφημιστικό σύνθημα
    • το λήμμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lema " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lema"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lema" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη