Μετάφραση του "leva" σε Ελληνικά

Οι λέβα, στρατολογία, στρατολόγηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leva" σε Ελληνικά.

leva noun feminine γραμματική

ronda de vigilancia [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λέβα

    ουσιαστικό ουδέτερο, πληθυντικός

    Βουλγαρικό νόμισμα

    En BULGARIA, una ley adoptada en 2016 "prohíbe el uso en lugares públicos de vestimentas que oculten parcial o totalmente el rostro", salvo por razones de salud o profesionales. Las sanciones previstas son una multa de 200 leva (unos 102 euros).

    Στη ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ, ένας νόμος που εγκρίθηκε το 2016 "απαγορεύει τη χρήση σε δημόσιους χώρους ρούχων που κρύβουν εν μέρει ή πλήρως το πρόσωπο", εκτός από λόγους υγείας ή επαγγελματικούς. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι πρόστιμο 200 λέβα (περίπου 102 ευρώ).

  • στρατολογία

    συγκέντρωση ανδρών για να συγκροτηθεί στρατός ή ένοπλη ομάδα.

    Los aldeanos que evadían la leva para unirse al ejército eran ejecutados.

    Οι χωρικοί που διέφευγαν την στρατολογία για να ενταχθούν στον στρατό εκτελούνταν.

  • στρατολόγηση

    ουσιαστικό

    1. η ενέργεια του στρατολογώ· στρατολογία 2.. συγκέντρωση ανδρών για να συγκροτηθεί στρατός ή ένοπλη ομάδα

    Durante la época feudal, las levas de los campesinos eran usuales para cubrir las necesidades de hombres de armas

    Κατά τη διάρκεια της φεουδαρχικής εποχής, οι στρατολογήσεις των αγροτών ήταν συνηθισμένες για να καλύψουν τις ανάγκες για ένοπλους

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leva " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "leva"

Φράσεις παρόμοιες με "leva" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leva" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη