Μετάφραση του "liarse" σε Ελληνικά
Οι εμπλέκομαι, μπερδεύομαι, πιάνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "liarse" σε Ελληνικά.
-
εμπλέκομαι
ρήμααναμειγνύομαι, παίρνω μέρος, μπλέκομαι σε μια υπόθεση, συνήθ. περίπλοκη, αδιέξοδη, επιζήμια, αξιόμεμπτη
Se ha liado en la venda de un coche de segunda mano.
Ενεπλάκη με την πώληση ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου.
-
μπερδεύομαι
ρήμα1. έχω σύγχυση, δεν μπορώ να σκεφτώ σωστά 2. ασχολούμαι ή σχετίζομαι με μια υπόθεση ή μια δραστηριότητα συνήθ. ύποπτη, δυσάρεστη ή επιζήμια· μπλέκω
Con tantos números, es normal que se haya liado.
Με τόσους αριθμούς, είναι φυσιολογικό ότι έχει μπερδευτεί.
-
πιάνομαι
ρήμακαταγίνομαι, ασχολούμαι με κάτι
Me he liado charlando y se me ha ido el santo al cielo.
Πιάστηκα με την κουβέντα και αφαιρέθηκα.
-
τα φτιάχνω
έκφρασημε κπ.: δημιουργώ, συνάπτω ερωτική σχέση με κπ.
Ramón se lio con una australiana durante el viaje.
Ο Ramón τα έφτιαξε με μια Αυστραλή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " liarse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "liarse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παίζω ξύλο
-
ανταλλάσσω πυροβολισμούς
-
παίζω άγριο ξύλο
-
παίζω ξύλο · ρίχνω ένα χέρι ξύλο
-
το τολμάω
-
παίζω μπουνιές
-
παίζω ξύλο
-
παίζω χαστούκια