Μετάφραση του "limpieza" σε Ελληνικά

Οι καθαριότητα, καθαρότητα, καθαρισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limpieza" σε Ελληνικά.

limpieza noun feminine γραμματική

Estado de estar limpio y de mantenerse en condición sana. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καθαριότητα

    noun

    estado abstracto de estar limpio y libre de suciedad [..]

    La limpieza es garantía de salud.

    Η καθαριότητα είναι εγγύηση υγείας.

  • καθαρότητα

    Una descripción de cómo se midieron la capacidad y la limpieza.

    Περιγραφή του τρόπου μέτρησης της δυναμικότητας και της καθαρότητας.

  • καθαρισμός

    noun masculine

    La limpieza del equipamiento y las instalaciones se llevará a cabo mediante medidas físicas o mecánicas.

    Ο καθαρισμός του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων πραγματοποιείται με φυσικά ή μηχανικά μέτρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καθάρισμα
    • κάθαρση
    • υγεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " limpieza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "limpieza"

Φράσεις παρόμοιες με "limpieza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "limpieza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη