Μετάφραση του "limpio" σε Ελληνικά
Οι καθαρός, παστρικός, ατόφιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "limpio" σε Ελληνικά.
limpio
adjective
verb
masculine
γραμματική
sin plata [..]
-
καθαρός
adjectiveNo sucio.
Tal como nosotros necesitamos aire fresco, los peces necesitan agua limpia.
Χρειαζόμαστε καθαρό αέρα όσο τα ψάρια καθαρό νερό.
-
παστρικός
-
ατόφιος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αγνός
- αμόλυντος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " limpio " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "limpio"
Φράσεις παρόμοιες με "limpio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιοχή καθαρού αέρα
-
εξαγνισμός · κάθαρση · καθαρμός
-
καθαρίζω το σπίτι
-
αντιρρυπαντική τεχνολογία · καθαρές τεχνολογίες · καθαρή τεχνολογία
-
κεχρί
-
ξεκαρδίζομαι στα γέλια
-
ξεσκονίζω
-
πεντακάθαρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη