Μετάφραση του "linchar" σε Ελληνικά

Οι λυντσάρω, λιντσάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "linchar" σε Ελληνικά.

linchar verb γραμματική

gente enfurecida que mata a un acusado

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λυντσάρω

    verb

    ¿Dices que me una a una multitud sedienta de sangre que irá a linchar a una niña?

    Μου λες να ενωθώ με αιμοδιψή πλήθος και να λυντσάρω ένα 12χρονο κορίτσι!

  • λιντσάρω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " linchar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "linchar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη