Μετάφραση του "macizo" σε Ελληνικά

Οι παρτέρι, καμάκι, γεροδεμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "macizo" σε Ελληνικά.

macizo adjective noun masculine γραμματική

persona atractiva [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρτέρι

    noun neuter

    Acabábamos de poner césped nuevo y él lo arrancó y plantó un macizo de flores.

    Μόλις είχαμε βάλει καινούργιο γρασίδι και το ξήλωσε και φύτεψε ένα παρτέρι.

  • καμάκι

    noun neuter
  • γεροδεμένος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    1. που χαρακτηρίζεται από δύναμη, ευρωστία, που έχει αθλητική σωματική κατασκευή 2. που έχει μυώδες, γυμνασμένο σώμα

    Sylvia tenía un cuerpo macizo, sin ser gorda: era voluptuosa pero firme, fuerte, ágil y atlética.

    Η Σύλβια είχε ένα γεροδεμένο σώμα, χωρίς να είναι χοντρή: ήταν πληθωρική αλλά σταθερή, δυνατή, ευκίνητη και αθλητική.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γκόμενος
    • κόμματος
    • μασίφ
    • οροσειρά
    • στιβαρός
    • συμπαγής
    • σφιχτοδεμένος
    • Ορεινός όγκος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " macizo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "macizo"

Φράσεις παρόμοιες με "macizo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "macizo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη