Μετάφραση του "madera" σε Ελληνικά

Οι ξύλο, ξυλεία, δάσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "madera" σε Ελληνικά.

madera noun feminine γραμματική

Producto maderero destinado a ser utilizado para la construcción. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξύλο

    noun neuter

    Sustancia que forma la parte central del tronco y de las ramas de un árbol. Utilizado como un material para la construcción, fabricar varios artículos, etc. o como combustible.

    ¿Es de madera o metal?

    Αυτό είναι φτιαγμένο από ξύλο ή από μέταλλο;

  • ξυλεία

    noun feminine

    Producto maderero destinado a ser utilizado para la construcción.

    Estas prácticas se registraron particularmente en Francia en las industrias de la construcción y de la madera.

    Οι πρακτικές αυτές διαπιστώθηκαν ιδίως στη Γαλλία, στον κλάδο των κατασκευών και στον κλάδο της ξυλείας.

  • δάσος

    noun neuter

    Y lo tiré a las matas porque era de madera y extrañaba a su familia.

    Την έβαλα στο δάσος γιατί έιναι ξύλινη και πρέπει να έιναι με την οικογένεια της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δρυμός
    • άλσος
    • Ξύλο
    • βαρέλι
    • φύση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " madera " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Madera

Madera (Chihuahua)

+ Προσθήκη

"Madera" στο λεξικό Ισπανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Madera στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "madera"

Φράσεις παρόμοιες με "madera" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "madera" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη