Μετάφραση του "madurar" σε Ελληνικά

Οι ωριμάζω, μεγαλώνω, γίνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "madurar" σε Ελληνικά.

madurar verb γραμματική

Tomar una decisión o concebir una idea, un plan, etc. luego de haber reflexionado profundamente por un largo tiempo.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωριμάζω

    verb

    Pienso en mí como un vino fino que madura año a año.

    Θα ήθελα να ωριμάζω σαν το καλό κρασί, κάθε χρόνο που περνάει.

  • μεγαλώνω

    verb

    Siento que comienzo a madurar lentamente de cuando tenía 14 años.

    Νιώθω σαν να μεγαλώνω λίγο λίγο από την ηλικία των 15.

  • γίνομαι

    verb

    Usaremos ese método cuando la situación haya madurado.

    Θα γίνει κι αυτό, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες.

  • μεστώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " madurar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "madurar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "madurar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη