Μετάφραση του "mal" σε Ελληνικά

Οι κακός, κακώς, άσχημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mal" σε Ελληνικά.

mal adjective noun adverb masculine γραμματική

mal (adverbio) [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κακός

    adjective masculine

    Jessie hablaba mal el francés y peor el alemán.

    Η Τζέση μίλησε κακά Γαλλικά και χειρότερα Γερμανικά.

  • κακώς

    adverb

    Jessie hablaba mal el francés y peor el alemán.

    Η Τζέση μίλησε κακά Γαλλικά και χειρότερα Γερμανικά.

  • άσχημος

    adjective

    No es un mal modo de matar a alguien.

    Δεν είναι κι άσχημος τρόπος, για να σκοτώσεις κάποιον.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κακό
    • άσχημα
    • βλάβη
    • ζημιά
    • πονηρός
    • φαύλος
    • κακά
    • λανθασμένος
    • ασθένεια
    • κακία
    • αρρώστια
    • πάθηση
    • νόσος
    • τραύμα
    • νοσήματα (παθήσεις)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη