Μετάφραση του "mamarracho" σε Ελληνικά

Οι καραγκιόζης, νούμερο, ρεντίκολο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mamarracho" σε Ελληνικά.

mamarracho noun masculine γραμματική

alfeñique [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • καραγκιόζης

    μειωτικός χαρακτηρισμός ανθρώπου γελοίου στην εμφάνιση ή στη συμπεριφορά

    Deja de hacer el mamarracho, por favor

    Σταμάτα να κάνεις τον καραγκιόζη, παρακαλώ

  • νούμερο

    noun

    για πρόσωπο που με τη συμπεριφορά του προκαλεί τα γέλια ή τα ειρωνικά σχόλια

    Con este traje estás hecho un mamarracho.

    Με αυτό το κοστούμι είσαι νούμερο.

  • ρεντίκολο

    ουσιαστικό ουδέτερο

    (προφ.) ως μειωτικός χαρακτηρισμός προσώπου που έχει ρεζιλευτεί, γελοιοποιηθεί· ρεζίλης

    Vas hecha un mamarracho, todos se burlan de ti, se te ven los tobillos y la camiseta te queda pequeña.

    Είσαι ρεντίκολο, όλοι σε κοροϊδεύουν, σου φαίνονται οι αστράγαλοι και το πουκάμισό σου σου πέφτει μικρό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mamarracho " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mamarracho" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη