Μετάφραση του "mandil" σε Ελληνικά
Το ποδιά είναι η μετάφραση του "mandil" σε Ελληνικά.
mandil
noun
masculine
γραμματική
prenda que se usa al frente para evitar ensuciarse cuando se cocina [..]
-
ποδιά
noun feminineQuizá usó un mandil, uno de los que cubren todo el cuerpo.
Μπορεί να χρησιμοποίησε ποδιά, μια απο αυτές τις μεγάλες ποδιές.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mandil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη