Μετάφραση του "manirroto" σε Ελληνικά
Οι σπάταλος, άσωτος, σκορποχέρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "manirroto" σε Ελληνικά.
-
σπάταλος
επίθετο(για πρόσ.) που ξοδεύει, δαπανά ή καταναλώνει κτ. (συνήθ. χρήματα) αλόγιστα και χωρίς σκοπό ή όφελος.
¿Ya te gastaste todo el sueldo? ¡Pero si estamos solo a día 5! Eres un manirroto
Ξόδεψες ήδη όλο το μισθό σου; Μα είμαστε μόνο στην 5 του μηνός! Είσαι σπάταλος.
-
άσωτος
adjectiveπου σπαταλά ασυλλόγιστα και διασκεδάζει χωρίς μέτρο και φραγμό
Un Dios inesperado que da prioridad al hijo manirroto y a la oveja perdida
Ένας απροσδόκητος Θεός που δίνει προτεραιότητα στον άσωτο υιό και στο χαμένο πρόβατο
-
σκορποχέρης
ουσιαστικόπου απερίσκεπτα σκορπά (συνήθως τα χρήματά του)
No seas tan manirroto o te quedarás sin ahorros.
Μην είσαι τόσο σκορποχέρης, θα μείνεις χωρίς οικονομίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " manirroto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate