Μετάφραση του "manos" σε Ελληνικά

Το χέρια είναι η μετάφραση του "manos" σε Ελληνικά.

manos noun feminine γραμματική

Conjunto de las dos manos de un ser humano.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χέρια

    ουσιαστικό ουδέτερο, πληθυντικός

    1.οι εργάτες, κάποιοι που προσφέρουν την εργασία τους 2. ιδιοκτήτης

    1. Necesito más manos para acabar el edificio a tiempo 2. La empresa ha cambiado tres veces de manos en dos años.

    1. Χρειάζομαι περισσότερα χέρια για να τελειώσω το κτίριο εγκαίρως. 2. Η εταιρεία άλλαξε χέρια τρεις φορές μέσα σε δύο χρόνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " manos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "manos"

Φράσεις παρόμοιες με "manos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "manos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη