Μετάφραση του "material" σε Ελληνικά

Οι υλικό, υλικός, υλικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "material" σε Ελληνικά.

material adjective noun masculine γραμματική

Sustancia de la cual un producto está hecho o compuesto. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υλικό

    noun neuter

    elemento que puede transformarse y agruparse en un conjunto de caracteristicas similares (mezcla de algunos) con los que se pueden hacer objetos

    Esta norma no es aplicable a los barbados derivados de materiales de multiplicación herbáceos.

    Το πρότυπο αυτό δεν ισχύει για τα έρριζα απλά φυτά που προέρχονται από πολλαπλασιαστικό υλικό χλωρών βλαστών.

  • υλικός

    adjective masculine

    Por consiguiente, no es imprescindible una redenominación material de los instrumentos jurídicos existentes para lograr este resultado.

    Συνεπώς για την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού δεν απαιτείται ο υλικός επαναπροσδιορισμός των ποσών των υφισταμένων νομικών πράξεων.

  • υλικά

    adjective noun

    Sustancia de la cual un producto está hecho o compuesto.

    Los bienes materiales autoproducidos se valoran al coste de producción.

    Τα υλικά αγαθά ιδίας παραγωγής αποτιμούνται στο κόστος παραγωγής.

  • εργαλείο

    noun neuter

    Con este material se fabrican biocombustibles a partir de colza y girasol.

    Τα εργαλεία αυτά επιτρέπουν την παραγωγή «βιοκαυσίμων» από ελαιοκράμβη και ηλίανθο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " material " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "material" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "material" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη