Μετάφραση του "mechero" σε Ελληνικά
Οι αναπτήρας, Μπούνσεν, αναφλεκτήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mechero" σε Ελληνικά.
mechero
noun
masculine
γραμματική
Dispositivo pequeño, reutilizable, que cabe en la mano para crear fuego.
-
αναπτήρας
noun masculineDispositivo pequeño, reutilizable, que cabe en la mano para crear fuego.
Pero no hay ni mechero ni cerillas ni en el bolso ni en el coche.
Αλλά δε βρέθηκαν ούτε αναπτήρας ούτε σπίρτα στην τσάντα ή στο αυτοκίνητο.
-
Μπούνσεν
noun neuter -
αναφλεκτήρας
noun -
κλέφτης
ουσιαστικό αρσενικό (-ης, -ρα)μικροπραγμάτων από καταστήματα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mechero " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mechero"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη