Μετάφραση του "mena" σε Ελληνικά
Οι μετάλλευμα, Μετάλλευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mena" σε Ελληνικά.
mena
noun
feminine
γραμματική
persona del sexo femenino [..]
-
μετάλλευμα
noun neuterMineral o agregado de minerales, más o menos entremezclado, que se puede extraer y tratar para obtener beneficios.
Se cargaba con carbón, se prendía el fuego y se añadía la mena.
Οι τεχνίτες άναβαν φωτιά με κάρβουνα και μετά πρόσθεταν το μετάλλευμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mena " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Mena
-
Μετάλλευμα
Se cargaba con carbón, se prendía el fuego y se añadía la mena.
Οι τεχνίτες άναβαν φωτιά με κάρβουνα και μετά πρόσθεταν το μετάλλευμα.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη