Μετάφραση του "mental" σε Ελληνικά

Οι νοητικός, διανοητικός, πνευματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mental" σε Ελληνικά.

mental adjective masculine γραμματική

Relacionado con el estado mental o espiritual en oposición a la integridad física o fenómenos exteriores.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • νοητικός

    adjective masculine

    Las personas con discapacidad mental no pueden presentarse al examen.

    Τα άτομα με νοητική αναπηρία δεν μπορουν να λάβουν τις εθνικές εξετάσεις.

  • διανοητικός

    adjective masculine

    El cambio real no es un proceso mental.

    Η πραγματική αλλαγή δεν είναι μία διανοητική διαδικασία.

  • πνευματικός

    adjective masculine

    No hay disposiciones generales relativas al trabajo que implica riesgos especiales o tensión física o mental importante.

    Δεν υπάρχουν γενικές διατάξεις σχετικά με την εργασία που ενέχει ιδιαίτερους κινδύνους ή σημαντική σωματική ή πνευματική ένταση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mental " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "mental" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mental" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη