Μετάφραση του "mimo" σε Ελληνικά

Οι μίμος, χάιδεμα, τρυφερότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mimo" σε Ελληνικά.

mimo verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μίμος

    noun

    artista que se especializa en la mímica

    Juntar a un mimo y un payaso es como una cobra y una mangosta.

    'Ενας κλόουν κι ένας μίμος μαζί, είναι σαν κόμπρα με μαγκούστα.

  • χάιδεμα

    noun neuter

    Si alguien de verdad merece que le mimen, es esta tripulación.

    Αν κάποιος χρειάζεται χάιδεμα, είναι το πλήρωμα.

  • τρυφερότητα

    ουσιαστικό

    1. η ιδιότητα του τρυφερού. 2. (μτφ.) α. έκφραση συναισθημάτων αγάπης| (πληθ.) εκδηλώσεις ερωτικής αγάπης, ερωτικές διαχύσεις β. ευαισθησία

    Urbano se quedó contemplando la mano de Zarza con infinito mimo.

    Ο Urbano έμεινε να κοιτάει το χέρι της Zarza με άπειρη τρυφερότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φροντίδα
    • χάδεμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mimo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mimo"

Φράσεις παρόμοιες με "mimo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • προστατεύω μητρικά
  • σωματικό θέατρο
  • τύπος γενικών επεκτάσεων ταχυδρομείου Internet
  • έχω μη βρέξει και μη στάξει · κακομαθαίνω · καλομαθαίνω · κανακεύω · παραχαϊδεύω · περιποιούμαι · προστατεύω μητρικά · φροντίζω
  • κακομαθημένος · καλομαθημένος · μοσχαναθρεμμένος · φλούφλης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mimo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη