Μετάφραση του "monarca" σε Ελληνικά

Οι μονάρχης, βασιλιάς, βασιλέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monarca" σε Ελληνικά.

monarca noun masculine γραμματική

Persona a la cabeza de una forma hereditaria de gobierno.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονάρχης

    noun masculine

    dirigente, representante o jefe de Estado de una monarquía

    Una monarca recién nacida simplemente no puede resistirse a las flores llenas de néctar de la Asclepia.

    Μια μονάρχης που μόλις εκκολάφθηκε δεν μπορεί να αντισταθεί στους γεμάτους νέκταρ κάλυκες των ανθέων της ασκληπιάδας.

  • βασιλιάς

    noun masculine

    Ningún extranjero se había sentado junto a nuestro monarca en un juicio.

    Ποτέ δεν έχει κρίνει βασιλιάς μας με μια ξένη στο πλάι του.

  • βασιλέας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monarca " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "monarca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monarca" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη