Μετάφραση του "morar" σε Ελληνικά
Οι μένω, κατοικώ, ζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "morar" σε Ελληνικά.
morar
verb
γραμματική
Tener residencia permanente.
-
μένω
verby partirían en busca de una nueva morada
και θα αναζητούσαν ένα νέο μέρος να μείνουν,
-
κατοικώ
verbLos hombres moran en el lado alejado de Dathomir.
Οι άνδρες κατοικούν στην μακρινή πλευρά του Dathomir.
-
ζω
verbPor aqui está mi morada.
Από εδώ πηγαίνωμε για το διαμέρισμα που ζω.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παραμένω
- καταλαμβάνω
- βιώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " morar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "morar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αετογερακίνα
-
μαζεύω βατόμουρα
-
βάτος το χαμαίμορο
-
νόνι
-
Αρκτική βάτος
-
διάρρηξη
-
τρώω μέχρι σκασμού
-
βατόμουρο · μούρο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη