Μετάφραση του "mordaz" σε Ελληνικά

Οι αψύς, δηκτικός, καυστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mordaz" σε Ελληνικά.

mordaz adjective masculine γραμματική

De lenguaje o tono amargo y penetrante.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αψύς

    adjective masculine
  • δηκτικός

    (λόγ.) που είναι οξύς, προσβλητικός στα λόγια, στο ύφος του

    Es una gran película, una comedia muy mordaz

    Είναι μια μεγάλη ταινία, μια πολύ δηκτική κωμωδία

  • καυστικός

    επίθετο αρσενικό (-ή -ό)

    (μτφ.) για λόγια ειρωνικά που έχουν ως στόχο να ενοχλήσουν ή να προσβάλουν

    Me gusta el humor mordaz e irónico que utiliza el crítico en sus artículos.

    Μου αρέσει το καυστικό και ειρωνικό χιούμορ που χρησιμοποιεί ο κριτικός στα άρθρα του.

  • σαρκαστικός

    adjective

    Que es sarcástico e ingenioso

    Envié un e-mail bastante mordaz a los editores de la revista.

    Έστειλα ένα αρκετά σαρκαστικό ηλεκτρονικό μήνυμα στους συντάκτες του περιοδικού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mordaz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mordaz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη