Μετάφραση του "mormon" σε Ελληνικά

Το Μορμόνος είναι η μετάφραση του "mormon" σε Ελληνικά.

mormon
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μορμόνος

    noun masculine

    Un portero en Rittenhouse Square y un chico Mormon de East falls.

    Ένας θυρωρός κι ένας μορμόνος σε διαφορετικές γειτονιές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mormon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mormon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη