Μετάφραση του "motivo" σε Ελληνικά

Οι αιτία, λόγος, κίνητρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "motivo" σε Ελληνικά.

motivo noun verb masculine γραμματική

Aquello que hace surgir una condición o produce un efecto. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτία

    noun feminine

    Aquello que hace surgir una condición o produce un efecto.

    Esto es un motivo de preocupación y debería comprobarse en los Tratados pertinentes.

    Αυτό είναι αιτία ανησυχίας και πρέπει να ελέγχεται βάσει των σχετικών Συνθηκών.

  • λόγος

    noun masculine

    Quiero que sepas que sólo tenía un motivo.

    θέλω να μάθεις πως έχω μόνο ένα λόγο.

  • κίνητρο

    noun neuter

    Y esta fórmula matemática que acabamos de encontrar es un motivo para asesinar.

    Και αυτός ο μαθηματικός τύπος που μόλις βρήκαμε είναι κίνητρο για δολοφονία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξόμπλι
    • μοτίβο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " motivo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "motivo"

Φράσεις παρόμοιες με "motivo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "motivo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη