Μετάφραση του "murmullo" σε Ελληνικά

Οι βουητό, βούισμα, μουρμουρητό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "murmullo" σε Ελληνικά.

murmullo noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βουητό

    ουσιαστικό ουδέτερο

    συνεχής ήχος, ακαθόριστος, συνήθως χαμηλών συχνοτήτων

    Despierte con el murmullo de las olas en esta elegante propiedad en renta.

    Ξυπνήστε με το βουητό των κυμάτων σε αυτό το κομψό ενοικιαζόμενο κατάλυμα.

  • βούισμα

    ουσιαστικό ουδέτερο

    συνεχής, ακαθόριστος, υπόκωφος ήχος· βοή, βουητό

    El murmullo de las abejas huele a lavanda, a ropa hervida con jabón blanco, a naranjas y miel.

    Το βούισμα των μελισσών μυρίζει λεβάντα, ρούχα βρασμένα με λευκό σαπούνι, πορτοκάλια και μέλι.

  • μουρμουρητό

    ουσιαστικό ουδέτερο

    1. χαμηλόφωνη και όχι απόλυτα κατανοητή ομιλία 2. άλλος παρόμοιος ήχος

    El murmullo de los arroyos pequeños distrae a los viajeros.

    Το μουρμουρητό των μικρών ρυακιών αποσπά την προσοχή των ταξιδιωτών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψίθυρος
    • ψιθύρισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " murmullo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "murmullo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη