Μετάφραση του "no" σε Ελληνικά

Οι όχι, δεν, δε είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "no" σε Ελληνικά.

no noun abbreviation adverb masculine γραμματική

no (lenguaje juvenil) [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • όχι

    interjection neuter

    Λέξη που χρησιμοποιείται για να δηλώσει διαφωνία επί κάποιου θέματος.

    Todos somos inmigrantes, si no en primera persona sí en la figura de algún familiar o antepasado.

    Όλοι είμαστε μετανάστες, αν όχι σε πρώτο πρόσωπο, οπωσδήποτε στη μορφή κάποιου συγγενή ή προγόνου.

  • δεν

    particle

    El tribunal no tenía pruebas suficientes para condenarlo.

    Tο δικαστήριο δεν είχε επαρκή στοιχεία για να τον καταδικάσει.

  • δε

    adverb

    El tribunal no tenía pruebas suficientes para condenarlo.

    Tο δικαστήριο δεν είχε επαρκή στοιχεία για να τον καταδικάσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μη
    • μην
    • κανένας
    • καμιά
    • μπα
    • ου
    • ουχί
    • τς
    • τσου
    • κανένα
    • κανείς
    • απαγορευμένος
    • καμία
    • αρ.
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " no " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "no" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "no" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη