Μετάφραση του "nombre" σε Ελληνικά

Οι όνομα, ουσιαστικό, βαπτιστικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nombre" σε Ελληνικά.

nombre noun verb masculine γραμματική

Palabra o frase que se utiliza para designar un objeto. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • όνομα

    noun neuter

    όνομα ενός ορισμένου προσώπου

    No sé su nombre, pero lo conozco de vista.

    Δε γνωρίζω το όνομά της, αλλά τη γνωρίζω εξ' όψεως.

  • ουσιαστικό

    noun neuter

    Como los demás términos del tamariano, parece ser un nombre propio.

    Όσο για τους υπόλοιπους όρους, που χρησιμοποίησαν οι Ταμαριανοί, αυτό φαίνεται σαν να είναι κάποιο ουσιαστικό.

  • βαπτιστικό

    adjective

    Nombre dado a una persona en su nacimiento y que precede al nombre de familia.

    Phinbar es mi nombre de bautismo.

    Φίνμπαρ, είναι το βαπτιστικό μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πρώτο
    • Όνομασία
    • μικρό
    • μικρό όνομα
    • πρώτο όνομα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nombre " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Nombre
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Όνομα

    No sé su nombre, pero lo conozco de vista.

    Δε γνωρίζω το όνομά της, αλλά τη γνωρίζω εξ' όψεως.

Εικόνες με "nombre"

Φράσεις παρόμοιες με "nombre" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nombre" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη