Μετάφραση του "obispo" σε Ελληνικά

Οι επίσκοπος, δεσπότης, δεσμότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obispo" σε Ελληνικά.

obispo noun masculine γραμματική

Sacerdote que actúa como el funcionario religioso de más alto rengo de una diócesis.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίσκοπος

    noun masculine

    Sacerdote que actúa como el funcionario religioso de más alto rengo de una diócesis.

    El obispo se lo ocultó al vicario para darle otra oportunidad.

    Ο επίσκοπος το έκριψε από το εφημέριο για να του δώσει άλλη μια ευκαιρία.

  • δεσπότης

    noun masculine

    Sabes que hay una vacante de obispo auxiliar.

    Ξέρεις ότι υπάρχει κενή θέση για βοηθό δεσπότη.

  • δεσμότης

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Επίσκοπος
    • αρχιερεύς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obispo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "obispo"

Φράσεις παρόμοιες με "obispo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obispo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη