Μετάφραση του "ojo" σε Ελληνικά

Οι μάτι, οφθαλμός, όμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ojo" σε Ελληνικά.

ojo interjection noun masculine γραμματική

El centro de una tormenta, alrededor de la cual, el viento sopla. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάτι

    noun neuter

    Órgano sensitivo a la luz, que la convierte en señales eléctricas pasadas al cerebro, medio po rel cual los animales ven.

    Tom es rubio y tiene los ojos verdes.

    Ο Τομ έχει ξανθά μαλλιά και πράσινα μάτια.

  • οφθαλμός

    noun masculine

    Si tu ojo derecho te ofende, arráncalo y arrójalo lejos.

    Eι δε ο οφθαλμός ο δεξιός σκανδαλίζει σε έξελε αυτόν και βάλε από σου.

  • όμμα

    neuter

    Los cinco colores ciegan el ojo.

    Πέντε χρώματα τυφλώνουν το όμμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομμάτιον
    • οπή
    • ματάκι
    • τρυπίτσα
    • τρύπα
    • οφθαλός
    • Μάτι
    • άποψη
    • πρόσεξε
    • κέντρο
    • οφθαλμίδιο
    • προσοχή! πρόσεξε!
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ojo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ojo"

Φράσεις παρόμοιες με "ojo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ojo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη