Μετάφραση του "oso" σε Ελληνικά

Οι αρκούδα, άρκτος, αρκούδα καστανή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oso" σε Ελληνικά.

oso noun verb masculine γραμματική

hombre de bastante pelaje (vellos) [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρκούδα

    noun feminine

    Gran mamífero carnívoro de la familia de los Ursidae, emparentado con el perro y el mapache, con pelo denso, una cola muy corta y pies planos.

    Él es gordo como un oso.

    Είναι χοντρός σαν αρκούδα.

  • άρκτος

    noun feminine

    ¿ Esa es la osa mayor o la menor?

    Αυτή είναι η μικρή ή η μεγάλη άρκτος?

  • αρκούδα καστανή

  • άρκος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Oso
+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αρκούδα

    Él es gordo como un oso.

    Είναι χοντρός σαν αρκούδα.

Εικόνες με "oso"

Φράσεις παρόμοιες με "oso" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη