Μετάφραση του "paciente" σε Ελληνικά

Οι ασθενής, υπομονετικός, υπομονετική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paciente" σε Ελληνικά.

paciente adjective noun masculine γραμματική

Que no pierde la calma mientras que espera; contento con esperar en caso necesario; no incomodado con tener que esperar; dispuesto esperar. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασθενής

    noun masculine

    persona que recibe un tratamiento médico [..]

    El paciente está en la cama.

    Ο ασθενής είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι.

  • υπομονετικός

    adjective masculine

    Que no pierde la calma mientras que espera.

    Tom es muy paciente.

    Ο Θωμάς είναι πολύ υπομονετικός.

  • υπομονετική

    adjective

    Veo que es una mujer muy paciente y cariñosa.

    Θεωρώ ότι είναι μια αγαπητή και υπομονετική γυναίκα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπομονετικό
    • εσωτερικός ασθενής
    • ανεκτικός
    • περίπτωση
    • πελάτης γιατρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paciente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "paciente"

Φράσεις παρόμοιες με "paciente" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paciente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη