Μετάφραση του "pagar" σε Ελληνικά

Οι πληρώνω, καταβάλλω, χρηματοδοτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pagar" σε Ελληνικά.

pagar verb γραμματική

Dar dinero a cambio de bienes o servicios. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πληρώνω

    verb

    El dejó el restaurante sin pagar.

    Έφυγε από το εστιατόριο χωρίς να πληρώσει.

  • καταβάλλω

    verb

    Así pues, si es la colectividad local, estos apoyos se le pagan directamente.

    Επίσης, εάν πρόκειται για τον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, οι ενισχύσεις αυτές του καταβάλλονται απευθείας.

  • χρηματοδοτώ

    verb

    El dinero que consigo paga ayudas por todo el mundo.

    Με τα χρήματα που παίρνω, χρηματοδοτώ φιλανθρωπίες παγκοσμίως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποδίδω
    • αποπληρώνω
    • εξαγοράζω
    • εξοφλώ
    • αποφέρω
    • τιμώμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pagar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pagar"

Φράσεις παρόμοιες με "pagar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pagar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη