Μετάφραση του "papiro" σε Ελληνικά

Οι πάπυρος, Πάπυρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "papiro" σε Ελληνικά.

papiro noun masculine γραμματική

Material de espesor similar al papel producido con tallos de la planta de papiro.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάπυρος

    noun

    Material de espesor similar al papel producido con tallos de la planta de papiro.

    Así que este es el papiro del que tanto he leído.

    Α, ώστε αυτός είναι ο πάπυρος για το οποίο διάβασα τόσα πολλά.

  • Πάπυρος

    υλικό γραφής

    Así que este es el papiro del que tanto he leído.

    Α, ώστε αυτός είναι ο πάπυρος για το οποίο διάβασα τόσα πολλά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " papiro " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "papiro"

Φράσεις παρόμοιες με "papiro" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "papiro" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη