Μετάφραση του "par" σε Ελληνικά

Οι ζευγάρι, ζεύγος, ταίρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "par" σε Ελληνικά.

par adjective noun masculine γραμματική

Dos cosas similares o idénticas vistas como un todo. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζευγάρι

    noun neuter

    Compré un par de botas.

    Αγόρασα ένα ζευγάρι μπότες.

  • ζεύγος

    noun neuter

    El primer par de patas se utiliza principalmente como antenas.

    Το πρώτο ζεύγος ποδιών χρησιμοποιείται κυρίως ως κεραία.

  • ταίρι

    noun neuter

    Podria decir ahora mismo que encontraste a tu par en ella.

    Κατάλαβα ότι είχες βρει το ταίρι σου σε αυτήν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευγενής
    • άρτιος
    • ομότιμος
    • αδελφός
    • όμοιος
    • στροφορμή
    • αδερφός
    • στρεπτική ροπή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " par " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "par"

Φράσεις παρόμοιες με "par" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "par" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη