Μετάφραση του "parcial" σε Ελληνικά

Οι μερικός, άδικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "parcial" σε Ελληνικά.

parcial adjective noun masculine γραμματική

Que existe como parte o porción; incompleto. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μερικός

    adjective

    El mosto de uva destinado a la concentración podrá someterse a una desacidificación parcial.

    Επιτρέπεται η μερική μείωση της οξύτητας του γλεύκους σταφυλιών που προορίζεται για συμπύκνωση.

  • άδικος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " parcial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "parcial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "parcial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη