Μετάφραση του "pareja" σε Ελληνικά

Οι ζευγάρι, σύντροφος, ζεύγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pareja" σε Ελληνικά.

pareja adjective noun feminine masculine γραμματική

Miembro de un par fijo, generalmente referido a artículos de la ropa. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζευγάρι

    noun neuter

    Eso se lo tenemos que reconocer a la nueva pareja.

    Θα πρέπει να το κρατήσει αυτό, το νέο ζευγάρι.

  • σύντροφος

    noun masculine

    En mi opinión, estáis fingiendo ser una pareja, jugáis a serlo.

    Κατά τη γνώμη μου, προσποιείσαι ότι μπορείς να είσαι σύντροφος, παίζεις ότι μπορείς να είσαι.

  • ζεύγος

    noun neuter

    Para esta pareja británica las vacaciones están terminando.

    Γι'αυτό το ζεύγος Βρετανών, οι διακοπές φτάνουν στο τέλος τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ταίρι
    • ανδρόγυνο
    • αγόρι
    • εραστής
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pareja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pareja"

Φράσεις παρόμοιες με "pareja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pareja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη