Μετάφραση του "pecadora" σε Ελληνικά
Οι αμαρτωλή, αμαρτωλός, αμαρτωλότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pecadora" σε Ελληνικά.
pecadora
noun
adjective
feminine
γραμματική
-
αμαρτωλή
noun adjective feminineTambién perdí un niño y también he sido una pecadora.
'Εχω χάσει κι εγώ ένα παιδί και είμαι κι εγώ αμαρτωλή.
-
αμαρτωλός
noun masculineUn pecador es arrojado al fuego ardiendo bajo uno de los calderos.
Ένας αμαρτωλός ρίχνεται απευθείας στην φωτιά που καίει κάτω από ένα από τα καζάνια.
-
αμαρτωλότητα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pecadora " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pecadora" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αμαρτωλός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη