Μετάφραση του "peine" σε Ελληνικά
Οι χτένα, κτένι, χτενίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peine" σε Ελληνικά.
Instrumento provisto de dientes que se utiliza para peinar el cabello.
-
χτένα
noun feminineοδοντωτό εργαλείο για την κόμμωση και τον καθαρισμό των μαλλιών ή της γενειάδας
Si mojara su peine, podría domar ese mechón.
Αν έβρεχες τη χτένα σου, ίσως ίσιωνε αυτό το τσουλούφι.
-
κτένι
nounColóquense las muestras con superficies perchadas o coposas sobre una superficie lisa y pase el peine dos veces contra el copo (2.5).
Χρησιμοποιείται το μεταλλικό κτένι που αναφέρεται στο σημείο 2.5, δύο φορές και σε κατεύθυνση αντίθετη από εκείνη που έχει το χνούδι, ή το μαλλί.
-
χτενίζω
verbMe lavé los dientes y ahora me estoy peinando el pelo.
Έπλυνα τα δόντια μου και τώρα χτενίζω το μαλλί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peine " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate