Μετάφραση του "pelele" σε Ελληνικά
Οι άχρηστος, ανδρείκελο, βρεφική φορμίτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pelele" σε Ελληνικά.
hombre insignificante [..]
-
άχρηστος
adjectiveγια κπ. που δεν προσφέρει ή που δεν μπορεί να προσφέρει καμία υπηρεσία, που είναι ανίκανος για οποιαδήποτε δραστηριότητα
Estaba caminando cuando un pelele que venía distraído me hizo caer
Περπατούσα όταν ένας άχρηστος που ερχόταν αφηρημένος με έκανε να πέσω
-
ανδρείκελο
ουσιαστικό ουδέτεροα. (λόγ.) ομοίωμα ανθρώπου· μαριονέτα: Θέατρο ανδρεικέλων, κουκλοθέατρο. β. (μτφ., μειωτ.) για άνθρωπο χωρίς βούληση που ενεργεί σύμφωνα με τις υποδείξεις άλλου:
Hace lo que dice su mujer, es un pelele.
Κάνει ό, τι λέει η σύζυγός του, είναι ένα ανδρείκελο.
-
βρεφική φορμίτσα
ουσιαστικό θηλυκόμονοκόμματο ρούχο βρέφους
Todos los peleles del bebé están en la lavadora, por eso la dejé en pañal.
Όλες οι βρεφικές φορμίτσες του μωρού βρίσκονται στο πλυντήριο, γι 'αυτό το άφησα με την πάνα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pelele " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate