Μετάφραση του "peluca" σε Ελληνικά
Οι περούκα, φενάκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peluca" σε Ελληνικά.
peluca
noun
feminine
γραμματική
forma de salirte de problemas o adquirir una actitud no apta que genera desaveniencias de un grupo en cuestión [..]
-
περούκα
noun feminineLa primera vez que me levanté para hacer una objeción, se me voló la peluca.
'Οταν σηκώθηκα για μια ένσταση, έπεσε η περούκα μου.
-
φενάκη
¿Cree que la peluca es para calentarme la cabeza?
Λες να φορώ τη φενάκη για ζεστασιά;
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " peluca " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "peluca"
Φράσεις παρόμοιες με "peluca" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κολλητική ταινία για περουκίνι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη