Μετάφραση του "peluquera" σε Ελληνικά

Οι κομμωτής, κομμώτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peluquera" σε Ελληνικά.

peluquera noun feminine γραμματική

Persona de sexo femenino cuyo trabajo consiste en peinar el cabello de otras personas. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κομμωτής

    ουσιαστικό masculine

    Todavía no eres peluquero Ron, que por cierto es lo mas gay que hay.

    Μα δεν έγινες κομμωτής Ρον, όπου παρεπιμπτόντως είναι ότι πιο γκέυ υπάρχει.

  • κομμώτρια

    ουσιαστικό θηλυκό

    Annie tiene una cita con una peluquera para hoy.

    Είχε κανονιστεί να έρθει μια κομμώτρια σήμερα για την'ννι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peluquera " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "peluquera" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κομμωτής · κομμώτρια · κουρέας · κουρέασ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peluquera" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη