Μετάφραση του "percha" σε Ελληνικά

Οι κρεμάστρα, κουρνιάζω, Kρεμάστρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "percha" σε Ελληνικά.

percha noun feminine γραμματική

ropa elegante y fina [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεμάστρα

    noun feminine

    Dispositivo triangular hecho de alambre, madera o plástico con un gancho en el tope que es utilizado para almacenar un artículo del vestir colgándolo.

    Cuando me rompí el brazo solía meterme una percha.

    Όταν έσπασα το χέρι μου, έχωνα μια κρεμάστρα μέσα για να ξυστώ.

  • κουρνιάζω

    verb
  • Kρεμάστρα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " percha " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "percha"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "percha" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη