Μετάφραση του "perder" σε Ελληνικά
Οι χάνω, εγκαταλείπω, αστοχώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "perder" σε Ελληνικά.
perder
verb
γραμματική
Ocasión en donde una persona ha sido golpeada o perdió en un evento o posición. [..]
-
χάνω
verbSer batido o no lograr ganar en un evento.
Muchos perdieron sus hogares después del terremoto.
Πολλοί έχασαν τα σπίτια τους μετά τον σεισμό.
-
εγκαταλείπω
verbAhora no podía jugar tenis y por poco perdía a mi esposa.
Το καλό τένις μ'είχε εγκαταλείψει, το ίδιο μάλλον και η γυναίκα μου.
-
αστοχώ
verbSea como sea, siempre pierdo.
Εγώ πάντως, πάντα αστοχώ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- στερούμαι
- ηττώμαι
- αποβάλλω
- αδυνατίζω
- βραδυπορώ
- εκπίπτω
- μένω πίσω
- χάνω δικαίωμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " perder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "perder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
είμαι σκνίπα στο μεθύσι · είμαι φέσι
-
μου στρίβει · τα παίζω
-
ζουρλαίνομαι · μουρλαίνομαι · τρελαίνομαι
-
Αγάπης Αγώνας Άγονος
-
έχασα το πορτοφόλι μου
-
θα πετάξει το πουλί
-
βγαίνω εκτός εαυτού · τα παίρνω στο κρανίο
-
Τεχνική του χαμένου κεριού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη