Μετάφραση του "picoso" σε Ελληνικά

Οι βλογιοκομμένος, καυτερός, πικάντικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "picoso" σε Ελληνικά.

picoso adjective masculine γραμματική

ligeramente picante

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλογιοκομμένος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    1.άτομο που έχει σημάδια στο πρόσωπο που παρέμειναν μετά την αποθεραπεία από ευλογιά 2. (κατʼ επέκταση) άτομο που έχει σημάδια στο πρόσωπο, σημαδεμένος

    Me da asco su piel. Es supurante y picosa.

    Το δέρμα του με αηδιάζει. Είναι πυώδες και βλογιοκομμένο.

  • καυτερός

    επίθετο αρσενικό (-ός, -ή, -ό)

    που έχει έντονη, ερεθιστική γεύση, προκαλεί αίσθημα καψίματος

    Al comer una salsa picosa me arde la boca, me quema la garganta y me calienta la cara.

    Όταν τρώω μια καυτερή σάλτσα καίει το στόμα μου, καίει ο λαιμός μου και ζεσταίνεται το πρόσωπό μου.

  • πικάντικος

    επίθετο αρσενικό (-ος, -η, -ο)

    που έχει έντονη γεύση, ελαφρώς καυτερή

    ¿Cómo le calculas? ¿Cómo sabes más ο menos? -Usualmente una bolsa de chile. Si lo quieres muy picoso, dos bolsas.

    Πώς το υπολογίζεις; Πώς ξέρεις περισσότερα ή λιγότερα; -Συνήθως ένα σακουλάκι τσίλι. Αν το θες πολύ πικάντικο, δύο σακουλάκια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " picoso " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "picoso"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "picoso" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη