Μετάφραση του "pie" σε Ελληνικά

Οι πόδι, βάση, τέλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pie" σε Ελληνικά.

pie noun verb masculine γραμματική

cualquier persona (en el atlántico) [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόδι

    noun neuter

    μονάδα μέτρησης μήκους [..]

    Prefiero ir a pie a ir en bicicleta.

    Προτιμώ να πηγαίνω με τα πόδια παρά με το ποδήλατο.

  • βάση

    noun feminine

    Congelen esos pies porque Korben está listo para jugar.

    Μείνετε και δώστε βάση τώρα γιατί ο Κόρμπεν είναι εδώ!

  • τέλος

    noun

    El Pretore certificará, al pie del decreto del prefecto, la prestación de juramento.

    Ο Pretore βεβαιώνει την ορκοδοσία στο τέλος της εγκριτικής πράξεως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πατούσα
    • προκαταβολή
    • μετρικός πους
    • πόδι ζώου
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pie"

Φράσεις παρόμοιες με "pie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη