Μετάφραση του "pijo" σε Ελληνικά
Οι κυριλέ, σνομπ, ακατάδεκτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pijo" σε Ελληνικά.
pijo
adjective
noun
masculine
γραμματική
pene, pija [..]
-
κυριλέ
adjective masculineNo puedo creer que te hayas unido a un club pijo.
Καλά, μπήκες σε κυριλέ κλαμπ;
-
σνομπ
noun masculineTe pones en aires. usa grandes palabras, como tus ricos y pijos amigos.
Φέρεσαι υποκριτικά χρησιμοποιείς βαρύγδουπες λέξεις σαν τους πλούσιους, σνομπ φίλους σου.
-
ακατάδεκτος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ψηλομύτης
- πούτσος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pijo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "pijo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλέκτωρ · καυλί · κυριλέ · πέος · παπάρα · παπάρι · πούλλος · πούλος · πούτσα · πούτσος · ψωλή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη